άηχος

[аихос] ас. беззвучный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "άηχος" в других словарях:

  • ἄηχος — without sound masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άηχος — η, ο (AM ἄηχος, ον) ο δίχως ήχο, αυτός που δεν παράγει ήχο ή φωνή. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ στερητ. + ἧχος. ΠΑΡ. αηχία]· …   Dictionary of Greek

  • άηχος — η, ο αυτός που δεν παράγει ήχο: Στη γλώσσα μας οι φθόγγοι π, φ, τ και θ είναι άηχοι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἄηχον — ἄηχος without sound masc/fem acc sg ἄηχος without sound neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀήχου — ἄηχος without sound masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀήχῳ — ἄηχος without sound masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄηχα — ἄηχος without sound neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄηχοι — ἄηχος without sound masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φ, φ — Το εικοστό πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Το φ (όπως και τα χ, ψ, ω), αντίθετα με τα άλλα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου, που προήλθαν από τροποποίηση σημιτικών γραμμάτων, είναι επινόηση των Ελλήνων, και χρησιμοποιήθηκε για την παράσταση …   Dictionary of Greek

  • Τ, τ — Το δέκατο ένατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Προέρχεται από το σημιτικό tâw (= σταυρός) που γραφόταν +, x. Στα αρχαία ελληνικά αλφάβητα το ταυ είχε το σχήμα που έχει και σήμερα, δηλαδή Τ. Από φωνητική άποψη, το ταυ της αρχαίας και της νέας… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.